Monday, June 25, 2012

Αποσύνθεση και σχιζοφρένεια... (γραμμένο στις 11.2.2012)


πώς μπορεί να αντιμετωπίσει ένας κοινός θνητός την τόσο βαθιά, δύσοσμη αποσύνθεση;
και όλη αυτή τη σχιζοφρένεια που τείνει να μας καταπιεί όλους; ρωτώ φίλους ειδήμονες και κάθε απάντηση που παίρνω με μπερδεύει όλο και περισσότερο.
αρνούμαι να δω ειδήσεις.
αρνούμαι να διαβάσω τα κατευθυνόμενα άρθρα δεξιά κι αριστερά.
όλες οι δυσκολίες που αντιμετώπισα κι αντιμετωπίζω στη ζωή μου, με έκαναν πάντα να κρατώ μια στάση συνειδητά αισιόδοξη.
κι αυτή τη φορά έχω πάρει το ανασκαφικό μου τσαπάκι και προσπαθώ να ανακαλύψω έστω και μια άκρη αυτής της αισιόδοξης στάσης. σκάβω, σκάβω, σκάβω.... βγάζω χώμα, πέτρες, θραψαλισμένα όστρακα... αλλά αυτή η άτιμη η αισιοδοξία, μάλλον διαβρωμένη από τη γενική αποσύνθεση, δεν λέει να φανεί.
αλλάζω εργαλείο, παίρνω αξίνα μεγάλη, για να φτάσω στο στόχο μου γρηγορότερα, αδιαφορώντας για τις ζημιές που μπορεί να προκαλέσω. δεν κρατώ σημειώσεις και ημερολόγιο. έχω πετάξει την κρισάρα για το κοσκίνισμα μακριά. κλείνω τα μάτια στη στρωματογραφία. θα τη βρω την άτιμη. πού θα μου πάει. θα την ξεθάψω.
 θέλουν να μας κάνουν όλους σχιζοφρενείς.
μας φόρτωσαν άσκοπες ανάγκες.
μας κορόιδεψαν με πλαστικό αόρατο χρήμα που έρρεε άφθονο.
μας έκαναν πιόνια στο παιχνίδι τους.
και τώρα θέλουν να μας αποσυνθέσουν.
να μας φορέσουν ζουρλομανδύα.
να αρχίσουμε να καταπίνουμε με τις χούφτες τα zanax.
να μας κάνουν φαντάσματα.
να μας κλείσουν στο καβούκι μας.
να μας φιμώσουν το στόμα, το πνεύμα, τα μάτια.
αυτοί οι δήθεν πατριδολάτρες.
αυτοί οι δήθεν εκλεγμένοι.
ψάχνω εξωτερική βοήθεια.
 βουβά αναρωτιέμαι πού χάθηκαν αυτοί οι "ταγοί", άνθρωποι πνευματικοί που θα μας πουν τρεις αλήθειες.
χαμένοι κι αυτοί.
βυθισμένοι στη δικιά τους αποσύνθεση.
όχι, λοιπόν!
θα συνεχίζω να σκάβω - ακάματος εργάτης.
θα σκάβω με τα χέρια ακόμα, αν χρειαστεί. και θα τη βρω τη ρημαδιασμένη άκρη της.
 ας είναι κρυμμένη κάτω από τα θεμέλια των ολυμπιακών έργων, από τους τόνους κρατικές μίζες, από τις περιουσίες όλων αυτών των νεοελλήνων που πλούτισαν σε μια νύχτα με το δικό μας κόπο.
θα τη βρω.
θα τη βρω και θα μείνω όρθια.
κουρασμένη, βρώμικη, με τα νύχια μου γεμάτα χώματα, τα ρούχα μου άθλια.
ΘΑ ΤΗ ΒΡΩ.  ΘΑ ΤΗΝ ΞΕΘΑΨΩ 


all illustrations by Christina Tsevis (crosti)

Tuesday, April 10, 2012

mockingjay, κουρούνα, βρένθος και άλλα συμπαθή πτηνά (υπαρκτά και μη...)


"Κοίτα το πουλάκι!" μας έλεγαν, όταν ήμαστε πιτσιρίκια και ήθελαν να μας φωτογραφίσουν.

Του κάκου... Έψαχνα από εδώ, κρυφοκοίταζα από εκεί, πουλάκι πουθενά. Τα έβαζα με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να το εντοπίσω, νόμιζα ότι πέταγε μακριά, μόλις το βλέμμα μου το πλησίαζε.

Σαν μεγάλωσα, κατάλαβα ότι τα πουλάκια δεν είχαν καμία πρόθεση να συμπαρασταθούν στο θείο Σπύρο, στον ξάδερφο Νίκο, στον πατέρα ή στη μάνα, σε όποιον τέλος πάντων τύχαινε να κρατά την Agfa στα χέρια του...

Από τότε όμως έτρεφα μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα πτηνά, παντός είδους, μεγέθους και κατηγορίας.

Μου αρέσουν τα ενδημικά, τα αποδημητικά, τα φανταστικά, τα διαβατικά, τα υδρόβια, τα ωδικά, τα πλουμιστά, τα γκριζόχρωμα, τα αρπακτικά, τα μυθολογικά, τα οικόσιτα, του Αμαζόνιου, τα λογοτεχνικά, τα σπουργιτάκια, τα φλαμίγκο και οι κουκουβάγιες...

Στο γυμνάσιο διάβασα τον "Γλάρο Ιωνάθαν" και αυτή η συμπάθεια άρχισε να γίνεται αγάπη. Ακόμα και τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, που είδα μόλις λίγα χρόνια μετά, δεν ήταν ικανά να μου τη μεταστρέψουν.

Είναι το περήφανο πέταγμα,

η ανεξαρτησία,

η οξυτάτη όραση,

η απίστευτη ακοή;

Ο τρόπος που στρέφουν το κεφάλι;

Το μυτερό ράμφος;

Το αστείο περπάτημα;

Τα έντονα χρώματα;


Ή μήπως κάθε πτηνό μου θυμίζει εκείνες τις οικογενειακές εκδρομές του '70 στο Τατόι που κάποιος ενήλικας με την Agfa στην καφέ δερμάτινη θήκη φώναζε με πειστική φωνή: "κοίτα το πουλάκι!";

Σιγηλός; Σιγηλή; Σιγηλό;


Υπάρχει μέτρο και συγκεκριμένη ποσότητα που μπορούμε να γευτούμε τις χαρές της ζωής μας;

Υπάρχει το σημείο εκείνο που πρέπει (πρέπει;;;) να πατήσουμε φρένο;

Υπάρχει σωστό και λάθος;

Υπάρχει λίγο και πολύ;

Είμαστε διψασμένοι. Διψασμένοι από το περπάτημα, από την πολλή κούραση, από την αφόρητη ζέστη, από το τρελό μεθύσι. Πιάνουμε ένα ποτήρι δροσερό νερό και το πίνουμε μονορούφι. Και δε μας φτάνει. Θέλουμε κι άλλο. Πίνουμε κι άλλο. Πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε ως τη στιγμή που η δροσιά του θα μας κατακλύσει. Και; Αυτό ήταν; Η ώρα που θα επιστρέψει η δίψα μπορεί να είναι λίγες στιγμές, λίγες ώρες ή και μέρες μακριά. Και τότε θα τρέξουμε να ξανανοίξουμε τη βρύση, να βάλουμε από κάτω το κεφάλι μας ή το ποτήρι μας, για να γευτούμε το λυτρωτικό υγρό.

Μουσική. Ακούμε το αγαπημένο μας τραγούδι τόσες φορές, τόσες ατελείωτες φορές που το βινύλλιο θα φθαρεί. Και το ξανακούμε, το σιγοτραγουδάμε, το ποστάρουμε... Μην δεν είναι, κάθε φορά που το ακούμε, ίδιο το φτερούγισμα που νιώθουμε, το γαργάλημα στις πατούσες μας, ο ρυθμός που διαπερνά τις παλάμες μας;

Μπορούμε άραγε να ζυγίσουμε το παιχνίδι με τα παιδιά μας, τις αγκαλιές, τα γαργαλήματα και τα φιλιά μας; Να αποφασίσουμε ότι εδώ μπαίνει η τελεία. Ότι αρκεί; Ότι χορτάσαμε;

Μήπως τα δυο κορμιά που σμίγουν ταιριαστά και αρμονικά; Πού είναι γραμμένο πόσο αντέχουν, πόσο αποζητούν τον πόθο, πόσο αρμόζει να συναντιούνται και να ενώνονται; Μπορούμε να χορτάσουμε τη μυρωδιά του κορμιού; Την ηδονή της ολοκλήρωσης; Την τρυφερότητα της συντροφικότητας;

Μπορεί κάποιος να ορίσει το λίγο και το πολύ;

Σίγουρα πάντως όχι εγώ...

Monday, April 2, 2012

Χηραμός


Βουτάς μέσα στο παγωμένο νερό κάποια μέρα του Μάρτη....

Ψάχνεις να βρεις εκείνη τη μυστική οπή που ξερνά ζέστη.


Βουτάς στην αγκαλιά του συντρόφου σου....

Ψάχνεις να βρεις εκείνο το κοίλωμα που σε περιβάλλει και σου προσφέρει την οικειότητα που μόνο οι εραστές μπορούν να μοιραστούν.


Βουτάς μέσα στις σπηλιές του μυαλού σου....

Ψάχνεις να βρεις απάντηση στα συνεχή γιατί.


Βουτάς συνεχώς... Τολμάς. Δε φοβάσαι.

Και πάντα βρίσκεις αυτό το κάτι.

Ένας χηραμός που πάντα σου δίνει την απάντηση...

Ένας χηραμός που πάντα σε οδηγεί στο φως...

Πενήντα λέξεις...


... και εκεί που περπατάς αμέριμνος, για να προλάβεις τον επόμενο συρμό για Σύνταγμα, πέφτεις σε μάζες συγκεντρωμένες, μάζες που δεν έχουν κοινά διακριτικά. Ξεχωρίζουν μια δυο ελληνικές σημαίες, κάποιοι έχουν μαλλιά μακριά και πολλά σκουλαρίκια, άλλοι μοιάζουν να έχουν χάσει το δρόμο για το κατηχητικό της Κυριακής και κάποιοι θυμίζουν τους κλασικούς οπαδούς της Χ.Α.
Το στομάχι μου σφίγγεται, γιατί όλοι έχουν ένα βλέμμα παράξενο: άλλοι έχουν βλέμμα θολωμένο, άλλοι το βλέμμα του τρελλού, άλλοι το βλέμμα της μαστούρας, άλλοι το βλέμμα του θρησκόληπτου.

Επιλέγουμε να συνεχίσουμε πεζή και από τα πεταμένα λάφυρα κατά μήκος της Β.Σοφίας, επιβεβαιώνεται η υποψία μας.
Στις στάσεις βλέπουμε συρρικνωμένους Πακιστανούς, με τα χέρια στις τσέπες και το δικό τους βλέμμα χαμηλωμένο.
Δεν μπορώ να δω τα μάτια τους.
Δεν ξέρω αν κρύβουν φόβο, μίσος ή απλώς απορία...
Είναι κλειδωμένοι στον εαυτό τους, προφανώς αναρωτιούνται πώς είναι δυνατό στη γη που εκφωνήθηκε ο "Επιτάφιος", αυτοί να ζουν καθημερινά τον δικό τους μικρό θάνατο.


Την ημέρα που συνέβησαν τα παραπάνω, έτυχε να διαβάσω το εξής κειμενάκι στο skai.gr με ημερομηνία 28/1/2012 και ώρα 22.01΄:

"Ένταση στο μετρό του Συντάγματος, με τραυματισμούς πολιτών από μέλη της Χρυσής Αυγής, που νωρίτερα πραγματοποίησαν συγκέντρωση στο ύψος της Ρηγίλλης, για την επέτειο των Ιμίων.
Σύμφωνα με καταγγελίες πολιτών στο ΣΚΑΪ, ορισμένα μέλη της Χρυσής Αυγής, φωνάζοντας συνθήματα, πέταξαν επιβάτες – μετανάστες και μη – έξω από τους συρμούς του μετρό, ενώ ξυλοκόπησαν κάποιους απ΄αυτούς.
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει παρέμβαση της αστυνομίας, η οποία δηλώνει ότι δεν έχει ενημερωθεί για το συμβάν."

Δεν ξέρω πού να εστιάσω. Στο λόγο της συγκέντρωσης; Την επέτειο των Ιμίων; Στη βίαιη συμπεριφορά; Στην αστυνομία που όχι μόνο δεν παρενέβη, αλλά δήθεν δεν το γνώριζε κιόλας;


Πενήντα λέξεις το κειμενάκι.

Πενήντα γιατί.

Πενήντα γροθιές στο στομάχι.

Friday, March 9, 2012

δυο πράγματα μόνο....


"Δυο πράγματα υπάρχουν μόνο: ο έρωτας, κάθε λογής, και η μουσική...."

γράφει ο Μπορίς Βιαν το 1946 στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του "Ο Αφρός των Ημερών". Αφού παραθέτει αρχικά την αξία της a priori κρίσης των πάντων στη ζωή μας, ανθρώπων, καταστάσεων, συναισθημάτων (κρίση που επιδέχεται πλήθος ερμηνειών και αντιρρήσεων), καταλήγει στην παραπάνω φράση. Κι αναρωτιέται ο αναγνώστης, αυτός ο άνθρωπος που ζει μέσα σε πλήθος δυσκολιών και προβλημάτων το 2012, μετά από 66 συναπτά έτη από τη χρονιά συγγραφής του πανέμορφου αυτού βιβλίου: είναι τελικά έτσι; Υπάρχουν μόνο δυο πράγματα στη ζωή; Και μάλιστα αυτά τα δυο; Ο κάθε λογής έρωτας και η μουσική;

Χθες βράδυ, την ώρα εκείνη της απόλυτης ησυχίας, όταν μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τους ήχους της νύχτας, έπιασα τον εαυτό μου να προσπαθεί να προσεγγίσει και να αναλύσει αυτή τη φράση. Τι γίνεται με τον αγώνα της επιβίωσης, την ανέχεια, την αποξένωση, τους τρελούς καθημερινούς ρυθμούς, το χρόνο που ποτέ δε φτάνει και γλιστρά και παρασέρνει τη ζωή μας και μας αφήνει συχνά θεατές άφωνους και αδύναμους να αντιδράσουμε;

Και όμως οι λέξεις αυτές γράφτηκαν λίγο μετά το τέλος του μεγάλου πολέμου, την εποχή της θλίψης, του θανάτου, της αδικίας. Μπορεί ο Βιαν να ήταν τόσο βαθιά αγκιστρωμένος στις σειρήνες του surreal, που αρνήθηκε να δει τις πραγματικές διαστάσεις της ζωής και της πραγματικότητας; Ή μήπως, ακριβώς επειδή γνώριζε και ένιωθε πολλά, πρότεινε ως λύση αυτά τα δυο τόσο απλά μα και τόσο ουσιαστικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης;

Τον έρωτα: κάθε λογής. Κάθε μορφής. Κάθε έκφανσης.

Τον έρωτα το σαρκικό,
τον έρωτα τον πνευματικό,
τον έρωτα για κάτι καλύτερο,
τον έρωτα για την αξιοπρέπεια,
τον έρωτα για την οικογένεια,
τον έρωτα για τη δουλειά,
τον έρωτα για τη συνεχή βελτίωσή μας,
τον έρωτα για τις συχνά απέλπιδες προσπάθειες να προσεγγίσουμε το ανώτερο, το διαφορετικό, το εξέχον.
Τον κάθε λογής έρωτα πλαισιωμένο από τους ήχους, τα χρώματα, τον παλμό, το γέλιο, το παράπονο, το φόβο, το δέος, το έλεος, τη συντροφιά της μουσικής.

Μην δεν είναι πάντα η μουσική κοινωνός όλων των στιγμών της ζωής μας;
Στο νανούρισμα.
Στο μοιρολόι.
Στη χαρά.
Στην προσπάθεια.
Στη λύπη.
Στην απογοήτευση.
Στον έρωτα....


"Δυο πράγματα υπάρχουν μόνο: ο έρωτας, κάθε λογής, και η μουσική...."

momenta της ύστερης εφηβείας μας


Let us go then, you and I,
When the evening is spread out against the sky
Like a patient etherized upon a table;
Let us go, through certain half-deserted streets,
The muttering retreats
Of restless nights in one-night cheap hotels
And sawdust restaurants with oyster-shells:
Streets that follow like a tedious argument
Of insidious intent
To lead you to an overwhelming question….
Oh, do not ask, “What is it?”
Let us go and make our visit.
[...]

(T.S.Eliot, The Love Song of J. Alfred Prufrock)

Το ποίημα αυτό με συνόδεψε σύντροφος πιστός στα χρόνια της ύστερης εφηβείας μου. Δεν προσπάθησα ποτέ να το κατανοήσω απόλυτα. Απολάμβανα τον ήχο, τη μυρωδιά και το φως που εξέπεμπαν οι λέξεις. Δεν μελαγχόλησα ποτέ, μα αναρωτήθηκα πολλές φορές "τολμώ;", αν και γνώριζα ότι πάντα θα είμαστε αδύναμοι, θνητοί ακόμα και μπρος στη θεϊκή ορμή του έρωτα.

Ανήκω σε μια γενιά που, ακολουθώντας τους δικούς της "ποιοτικούς" κανόνες, αρνήθηκε να γευτεί τον έρωτα σε φτηνά ξενοδοχεία της μιας νύχτας. Ενίοτε όμως παρέμενε εγκλωβισμένη στις προκαταλήψεις των μεγάλων και τότε κατάφερνε να γευτεί ψήγματα έρωτα μόνο κι απέμενε ενδεής.

Κάμποσοι από μας κυνηγούσαμε το συναίσθημα που πήγαζε ατόφιο, χωρίς ατέλειωτες λεκτικές διατυπώσεις ή άπειρη και μικρή σκοπιμότητα.

Ζούσαμε τα καλοκαίρια εκείνες τις υπέροχες στιγμές σε χωριά που το σούρουπο οι μεσόκοπες γυναίκες ξαπόσταιναν στα σκαλάκια της γειτονιάς πίνοντας καφεδάκι και πρόσφεραν απλόχερα τη δικιά τους προσωπική σοφία.

Κάναμε συζητήσεις για τον άνθρωπο και το θεό που κουβαλάει μέσα του, το θεό που λατρεύτηκε νύχτες με πανσέληνο στα δάση ή ολόκληρες μέρες μέσα στα σπαρτά, τα ιερά τεμένη, τις κάθε λογής εκκλησιές.

Ψάχναμε το γιατί και όταν νιώθαμε ότι το ακουμπούσαμε, το αναλύαμε με τις ώρες πάνω από ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, ξάγρυπνοι, κουρασμένοι και όμως τόσο ζωντανοί.

Αποκοιμιόμαστε πλάι στο κύμα, κουκουλωμένοι σε έναν υπνόσακο και δίναμε ονόματα στα αστέρια και σάρκα στους ήχους.

Σταθήκαμε δειλοί και ταυτόχρονα τολμηροί. Έτοιμοι να δεχτούμε να ραγίσουμε, για να προχωρήσουμε, να νιώσουμε, να ζήσουμε.

Do I dare
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.


Γιατί όλη η ζωή μας είναι στιγμές. [κείμενο γραμμένο καλοκαίρι 1984,  το βρήκα ανάμεσα στα φυλαγμένα ερωτικά γράμματα, ραβασάκια, σημειωματάκια, όλα δεμένα με μια ροζ κορδελίτσα...]

momentum


Η ζωή μας, αυτό το φευγαλέο και εφήμερο, απαρτίζεται από χιλιάδες μικρές στιγμές. Τείνουμε να θυμόμαστε τις ερέβινες, τις σκοτεινές, τις ταπεινωτικές. Και οι άλλες;

Για αυτές θα γράψω σήμερα. Για εκείνες τις μικρές, απλές, ιδιαίτερες, ηλιόλουστες ή ευωδιαστές στιγμές που συνθέτουν τις φωτεινές σελίδες της ζωής μας.

Το πέταγμα του χαρταετού στην χειμωνιάτικη παραλία, το χάδι του παιδιού, το πρώτο φιλί, μια γουλιά καλό κρασί, οι κολλητές που γελάνε με τις γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης στη σκοτεινή Ααβόρα, οι ζαβολιές του Νόσφι, ο ύπνος που γλιστρά μέσα σου καθώς σε αγκαλιάζει ο σύντροφός σου, μια βαθιά ρουφηξιά τσιγάρο, οι ερωτικές θωπείες πλάι στο κύμα, τα παραμύθια της γιαγιάς, η αναζήτηση του αυγερινού στον έναστρο ουρανό, η αίσθηση της γυμνής πατούσας πάνω στο δροσερό μάρμαρο ένα καυτό καλοκαιρινό απομεσήμερο...

Kαι το γιατί;;;; Δεν έχουν τα πάντα μια απάντηση. Κάποιες τέτοιες στιγμές είναι απλά παιχνίδια της Τύχης. Κάποιες άλλες πάλι όχι....

parvis enim momentis multa natura aut adfingit aut mutat aut detrahit*
(M.T.Cicero, De Divinatione, Liber Primus 118)

* (μτφ.: γιατί πολλά πράγματα προστίθενται, αλλάζουν ή χάνονται σε μια στιγμή του χρόνου)