Tuesday, April 10, 2012

mockingjay, κουρούνα, βρένθος και άλλα συμπαθή πτηνά (υπαρκτά και μη...)


"Κοίτα το πουλάκι!" μας έλεγαν, όταν ήμαστε πιτσιρίκια και ήθελαν να μας φωτογραφίσουν.

Του κάκου... Έψαχνα από εδώ, κρυφοκοίταζα από εκεί, πουλάκι πουθενά. Τα έβαζα με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να το εντοπίσω, νόμιζα ότι πέταγε μακριά, μόλις το βλέμμα μου το πλησίαζε.

Σαν μεγάλωσα, κατάλαβα ότι τα πουλάκια δεν είχαν καμία πρόθεση να συμπαρασταθούν στο θείο Σπύρο, στον ξάδερφο Νίκο, στον πατέρα ή στη μάνα, σε όποιον τέλος πάντων τύχαινε να κρατά την Agfa στα χέρια του...

Από τότε όμως έτρεφα μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα πτηνά, παντός είδους, μεγέθους και κατηγορίας.

Μου αρέσουν τα ενδημικά, τα αποδημητικά, τα φανταστικά, τα διαβατικά, τα υδρόβια, τα ωδικά, τα πλουμιστά, τα γκριζόχρωμα, τα αρπακτικά, τα μυθολογικά, τα οικόσιτα, του Αμαζόνιου, τα λογοτεχνικά, τα σπουργιτάκια, τα φλαμίγκο και οι κουκουβάγιες...

Στο γυμνάσιο διάβασα τον "Γλάρο Ιωνάθαν" και αυτή η συμπάθεια άρχισε να γίνεται αγάπη. Ακόμα και τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, που είδα μόλις λίγα χρόνια μετά, δεν ήταν ικανά να μου τη μεταστρέψουν.

Είναι το περήφανο πέταγμα,

η ανεξαρτησία,

η οξυτάτη όραση,

η απίστευτη ακοή;

Ο τρόπος που στρέφουν το κεφάλι;

Το μυτερό ράμφος;

Το αστείο περπάτημα;

Τα έντονα χρώματα;


Ή μήπως κάθε πτηνό μου θυμίζει εκείνες τις οικογενειακές εκδρομές του '70 στο Τατόι που κάποιος ενήλικας με την Agfa στην καφέ δερμάτινη θήκη φώναζε με πειστική φωνή: "κοίτα το πουλάκι!";

Σιγηλός; Σιγηλή; Σιγηλό;


Υπάρχει μέτρο και συγκεκριμένη ποσότητα που μπορούμε να γευτούμε τις χαρές της ζωής μας;

Υπάρχει το σημείο εκείνο που πρέπει (πρέπει;;;) να πατήσουμε φρένο;

Υπάρχει σωστό και λάθος;

Υπάρχει λίγο και πολύ;

Είμαστε διψασμένοι. Διψασμένοι από το περπάτημα, από την πολλή κούραση, από την αφόρητη ζέστη, από το τρελό μεθύσι. Πιάνουμε ένα ποτήρι δροσερό νερό και το πίνουμε μονορούφι. Και δε μας φτάνει. Θέλουμε κι άλλο. Πίνουμε κι άλλο. Πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε ως τη στιγμή που η δροσιά του θα μας κατακλύσει. Και; Αυτό ήταν; Η ώρα που θα επιστρέψει η δίψα μπορεί να είναι λίγες στιγμές, λίγες ώρες ή και μέρες μακριά. Και τότε θα τρέξουμε να ξανανοίξουμε τη βρύση, να βάλουμε από κάτω το κεφάλι μας ή το ποτήρι μας, για να γευτούμε το λυτρωτικό υγρό.

Μουσική. Ακούμε το αγαπημένο μας τραγούδι τόσες φορές, τόσες ατελείωτες φορές που το βινύλλιο θα φθαρεί. Και το ξανακούμε, το σιγοτραγουδάμε, το ποστάρουμε... Μην δεν είναι, κάθε φορά που το ακούμε, ίδιο το φτερούγισμα που νιώθουμε, το γαργάλημα στις πατούσες μας, ο ρυθμός που διαπερνά τις παλάμες μας;

Μπορούμε άραγε να ζυγίσουμε το παιχνίδι με τα παιδιά μας, τις αγκαλιές, τα γαργαλήματα και τα φιλιά μας; Να αποφασίσουμε ότι εδώ μπαίνει η τελεία. Ότι αρκεί; Ότι χορτάσαμε;

Μήπως τα δυο κορμιά που σμίγουν ταιριαστά και αρμονικά; Πού είναι γραμμένο πόσο αντέχουν, πόσο αποζητούν τον πόθο, πόσο αρμόζει να συναντιούνται και να ενώνονται; Μπορούμε να χορτάσουμε τη μυρωδιά του κορμιού; Την ηδονή της ολοκλήρωσης; Την τρυφερότητα της συντροφικότητας;

Μπορεί κάποιος να ορίσει το λίγο και το πολύ;

Σίγουρα πάντως όχι εγώ...

Monday, April 2, 2012

Χηραμός


Βουτάς μέσα στο παγωμένο νερό κάποια μέρα του Μάρτη....

Ψάχνεις να βρεις εκείνη τη μυστική οπή που ξερνά ζέστη.


Βουτάς στην αγκαλιά του συντρόφου σου....

Ψάχνεις να βρεις εκείνο το κοίλωμα που σε περιβάλλει και σου προσφέρει την οικειότητα που μόνο οι εραστές μπορούν να μοιραστούν.


Βουτάς μέσα στις σπηλιές του μυαλού σου....

Ψάχνεις να βρεις απάντηση στα συνεχή γιατί.


Βουτάς συνεχώς... Τολμάς. Δε φοβάσαι.

Και πάντα βρίσκεις αυτό το κάτι.

Ένας χηραμός που πάντα σου δίνει την απάντηση...

Ένας χηραμός που πάντα σε οδηγεί στο φως...

Πενήντα λέξεις...


... και εκεί που περπατάς αμέριμνος, για να προλάβεις τον επόμενο συρμό για Σύνταγμα, πέφτεις σε μάζες συγκεντρωμένες, μάζες που δεν έχουν κοινά διακριτικά. Ξεχωρίζουν μια δυο ελληνικές σημαίες, κάποιοι έχουν μαλλιά μακριά και πολλά σκουλαρίκια, άλλοι μοιάζουν να έχουν χάσει το δρόμο για το κατηχητικό της Κυριακής και κάποιοι θυμίζουν τους κλασικούς οπαδούς της Χ.Α.
Το στομάχι μου σφίγγεται, γιατί όλοι έχουν ένα βλέμμα παράξενο: άλλοι έχουν βλέμμα θολωμένο, άλλοι το βλέμμα του τρελλού, άλλοι το βλέμμα της μαστούρας, άλλοι το βλέμμα του θρησκόληπτου.

Επιλέγουμε να συνεχίσουμε πεζή και από τα πεταμένα λάφυρα κατά μήκος της Β.Σοφίας, επιβεβαιώνεται η υποψία μας.
Στις στάσεις βλέπουμε συρρικνωμένους Πακιστανούς, με τα χέρια στις τσέπες και το δικό τους βλέμμα χαμηλωμένο.
Δεν μπορώ να δω τα μάτια τους.
Δεν ξέρω αν κρύβουν φόβο, μίσος ή απλώς απορία...
Είναι κλειδωμένοι στον εαυτό τους, προφανώς αναρωτιούνται πώς είναι δυνατό στη γη που εκφωνήθηκε ο "Επιτάφιος", αυτοί να ζουν καθημερινά τον δικό τους μικρό θάνατο.


Την ημέρα που συνέβησαν τα παραπάνω, έτυχε να διαβάσω το εξής κειμενάκι στο skai.gr με ημερομηνία 28/1/2012 και ώρα 22.01΄:

"Ένταση στο μετρό του Συντάγματος, με τραυματισμούς πολιτών από μέλη της Χρυσής Αυγής, που νωρίτερα πραγματοποίησαν συγκέντρωση στο ύψος της Ρηγίλλης, για την επέτειο των Ιμίων.
Σύμφωνα με καταγγελίες πολιτών στο ΣΚΑΪ, ορισμένα μέλη της Χρυσής Αυγής, φωνάζοντας συνθήματα, πέταξαν επιβάτες – μετανάστες και μη – έξω από τους συρμούς του μετρό, ενώ ξυλοκόπησαν κάποιους απ΄αυτούς.
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει παρέμβαση της αστυνομίας, η οποία δηλώνει ότι δεν έχει ενημερωθεί για το συμβάν."

Δεν ξέρω πού να εστιάσω. Στο λόγο της συγκέντρωσης; Την επέτειο των Ιμίων; Στη βίαιη συμπεριφορά; Στην αστυνομία που όχι μόνο δεν παρενέβη, αλλά δήθεν δεν το γνώριζε κιόλας;


Πενήντα λέξεις το κειμενάκι.

Πενήντα γιατί.

Πενήντα γροθιές στο στομάχι.