Sunday, March 31, 2013

by berlin by the wall



καπνίζει η ψηλή κοπέλα
το αγόρι τραγουδά στη λεωφόρο του βολταίρου
 τον κοιτάζει στα μάτια
φυσά τον καπνό,
χαμηλώνει το βλέμμα
 ήταν παράδεισος,
μα το αγόρι γυρνά την πλάτη στο μικρό θέατρο στη λεωφόρο του βολταίρου
έχεις δίκιο κι εγώ άδικο, της τραγουδά,
ναι, ήταν όμορφαν
ναι, θα μου λείψεις
αυτή χαμηλώνει το βλέμμα,
φυσά τον καπνό κι αναρωτιέται εκεί στη λεωφόρο του βολταίρου

-------------------------

η στιγμή της συνειδητοποίησης είναι πάντα κομβική. γυρνά ο διακόπτης και το φως ανάβει ή σβήνει - αναλόγως.
αποδέχεσαι, ακόμα κι αν δεν κατανοείς.
ίσως ταραχτείς.
ίσως κλάψεις.
 ίσως γυρίσεις την πλάτη.
 ίσως μάλιστα ανακουφιστείς και βγάλεις από τα σωθικά σου αυτόν τον βαθύ λυτρωτικό αναστεναγμό.
πώς να ένιωσε άραγε το όμορφο κορίτσι από το αμβούργο με το αγορίστικο ελληνικό όνομα; δεν έκλαψε
απλώς χαμήλωσε το βλέμμα καπνίζοντας στη λεωφόρο του βολταίρου

α στερητικό


α- χρηστοι α-σχετοι α-κηριοι α-κοσμοι α-κυροι α-λαμπετοι α-μετροι α-μηχανοι α-μοτοι α-χαλινωτοι α-κορεστοι α-τολμοι α-δαεις και λίαν επικίνδυνοι οι πολιτικοί α-μνημονες α-πραγεις α-δρανεις αλλά δυνητικά λίαν επικίνδυνοι εμείς, οι απλοί, οι συνηθισμένοι... (γλωσσάρι: ακήριος = δειλός, αλάμπετος = σκοτεινός, άσημος, άμοτος = λαίμαργος, άγριος)

Μερμηρίζοντας


Μερμηρίζω σημαίνει ανησυχώ.
Με τρώει η αγωνία.
Αναρωτιέμαι.
 Μασουλάω τα ταλαιπωρημένα νύχια μου. Λιώνω. Δε με χωράει το δωμάτιο.
Ψάχνω και δεν βρίσκω την απάντηση.
Μερμηρίζω, μερμηρίζεις;
 Κάθε τραγούδι που ακούω, μου μεγαλώνει την ανησυχία.
 Κάθε φωτογραφία που ανασκαλεύω, κάνει τα πόδια μου να κόβονται.
 Κάθε λέξη που διαβάζω, με ρίχνει σε περισυλλογή.
Μερμηρίζω σημαίνει ανησυχώ.
 Άνθρωπος μέρμηρος - αρνούμαι να ησυχάσω. Μερμηρίζω, μερμηρίζεις;