Monday, January 11, 2016

Fare well, David! Our hero, our duke, our starman....

Διανύαμε το σχολικό έτος 1980/81, αισίως πλέον μαθήτρια της Β΄Γυμνασίου, όταν έφτασε αυτή η σημαντική στιγμή της ζωής μου να αγοράσω το πρώτο μου βινύλιο. Μόνη, με δικά μου χρήματα (κάπου στις 200 δρχ, μάλλον θα έκανε), σε μια Σαββατιάτικη βόλτα στο γοητευτικό κέντρο της Αθήνας. Παρέα με τον διπλανό και κολλητό μου πήραμε το λεωφορείο της γραμμής, κατεβήκαμε στο τέρμα στην οδό Κάννιγγος και απεγνωσμένα ψάχναμε να βρούμε πού είναι η οδός Ακαδημίας. Τελικός στόχος μας το ιστορικό δισκοπωλείο Happening επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη.
Κι εκεί έγινε αυτή η πρώτη ιστορική αγορά δίσκου 33 στροφών, του άρτι αφιχθέντος  Scary Monsters (and Super Creeps) του David Bowie.
Γιατί το επέλεξα; Δεν θυμάμαι, το ομολογώ. Πάντως δεν το μετάνιωσα ούτε λεπτό τα τελευταία 35 χρόνια.
Από εκείνο το απόγευμα Σαββάτου άρχισε αυτή η αέναη, ατέρμονη, διαρκής και γεμάτη σεβασμό επαφή μου με τη μουσική του.
Αγόραζα μανιωδώς ό,τι κυκλοφορούσε τότε στην Αθήνα, βρήκα άγνωστα σε μένα παλιά άλμπουμ της προ Space Oddity εποχής στο πρώτο μου ταξίδι στο Μόναχο, παρακολουθούσα τις ταινίες στις οποίες έπαιζε, άφωνη συχνά από το μεγαλείο αυτού του ιδιόμορφου, πρωτοποριακού, ρηξικέλευθου και συχνά παρεξηγημένου καλλιτέχνη.
Είχα την τύχη να τον δω ζωντανά στη σκηνή.
Είχα την τύχη να ταξιδέψω με τη μουσική του σε σοκάκια προκλητικά, σοκάκια σκοτεινά, μοναχικά, αστρικά, πασπαλισμένα με κάμποσο glam και μεγάλη δόση ενδοσκόπησης.
Λίγες ώρες πριν πεθάνει, μεσάνυχτα Κυριακής ώρα Ελλάδος, άκουγα μανιωδώς τα τραγούδια και διάβαζα για αυτόν στο διαδίκτυο.
Είχα την τύχη να τον αποχαιρετήσω, βυθισμένη μέσα στην άγνοιά μου....
Στο καλό, ήρωα, δούκα, αστράνθωπε.
Στο καλό, David.
Όλοι εμείς, οι κοινοί θνητοί που άγγιξες και ταξίδεψες με τη μουσική σου, σε ευχαριστούμε.


Sunday, January 10, 2016

The day is gone, and all its sweets are gone!

The day is gone, and all its sweets are gone!
   Sweet voice, sweet lips, soft hand, and softer breast,
Warm breath, light whisper, tender semi-tone,
   Bright eyes, accomplish’d shape, and lang’rous waist!
Faded the flower and all its budded charms,
   Faded the sight of beauty from my eyes,
Faded the shape of beauty from my arms,
   Faded the voice, warmth, whiteness, paradise –
Vanish’d unseasonably at shut of eve,
   When the dusk holiday – or holinight
Of fragrant-curtain’d love begins to weave
   The woof of darkness thick, for hid delight,
But, as I’ve read love’s missal through to-day,
He’ll let me sleep, seeing I fast and pray

 Ξαναδιάβασα σήμερα το ποίημα τούτο του John Keats, του μεγάλου ρομαντικού Άγγλου ποιητή, που δεν πρόλαβε να γιορτάσει τα 26α γενέθλιά του. Πέθανε από φυματίωση ένα μήνα πριν ξεκινήσει η ελληνική επανάσταση...
Και γράφει - τόσο μα τόσο νέος αλήθεια, ένα παιδί -
για εκείνο το σαράκι που νιώθουμε, όταν μένουμε μόνοι, μακριά από την αγκαλιά του,
με τη μορφή του, το άρωμά του και τη ζεστασιά του να αργοσβήνει,
γεμάτοι όμως από την αγάπη του,
γεμάτοι από την ομορφιά του έρωτά μας,
να βουτάμε στην πλησμονή των συναισθημάτων που μας κατακλύζουν,
να αποκοιμιόμαστε γλυκά,
χορτάτοι και πεινασμένοι ταυτόχρονα,
προσμένοντας την αυγή που θα μας ξαναφέρει κοντά.

Ξαναδιάβασα λοιπόν σήμερα τούτο το ποίημα και για ακόμη μια φορά απόρησα με τη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι από την εποχή της Σαπφούς έως την εποχή του Shakespeare, την εποχή του Keats, της Dickinson, του Καβάφη, του T.S. Eliot, της Πολυδούρη, της Δημουλά νιώθουν αντίστοιχα συναισθήματα,
βιώνουν παρόμοιους φόβους και απόγνωση,
απογειώνονται με ίδιους μεγάλους έρωτες.

Ας δούμε λοιπόν στην πραγματική τους διάσταση τις βασικές ανάγκες μας.
Και η συντροφικότητα,
ο ψυχικός δεσμός
και ο έρωτας ο ανιδιοτελής και υψηλός
ήταν, είναι και θα παραμείνουν βασικές ανάγκες,
αν πραγματικά είμαστε άνθρωποι.
Για όσο είμαστε άνθρωποι...