Friday, May 24, 2019

Ο Καβάφης κι η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι


Όταν τη δεκαετία του ’70 κυκλοφόρησε η κινηματογραφική εκδοχή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Αυστριακού Πέτερ Χάντκε σε σκηνοθεσία του (Δυτικο)γερμανού Βιμ Βέντερς ως παιδί εντυπωσιάστηκα από τον τίτλο του. «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Όσο και να μου τον εξήγησαν οι γονείς μου, μπόρεσα πραγματικά να τον κατανοήσω μόνο, όταν στη ζωή μου έζησα αυτή την ανείπωτη αγωνία πολύ αγαπημένου φίλου που έπαιζε στη θέση του τερματοφύλακα.

Είναι μια φράση με την οποία μπορεί να ταυτιστεί η καθεμία και ο καθένας από εμάς, όταν βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή που το αποτέλεσμα δεν κρίνεται από την δικιά μας στιγμιαία απόδοση αλλά από άλλους παράγοντες. Μπορεί να πρόκειται για τύχη, όπως στην περίπτωση του πέναλτι που μπορεί μεν ο τερματοφύλακας να πέσει αριστοτεχνικά αλλά η τύχη να τον ωθήσει να επιλέξει την λάθος πλευρά. Μπορεί να πρόκειται για την κρίση κάποιου τρίτου, όπως στην περίπτωση των δεκάδων χιλιάδων παιδιών που ξεκινούν σε λίγες μέρες τις Πανελλαδικές και παρά την προετοιμασία τους έχουν και την κρυφή αγωνία, μήπως οι διορθωτές τους αδικήσουν (γεγονός ευτυχώς ιδιαίτερα σπάνιο). Μπορεί να πρόκειται για ένα συνδυασμό των παραπάνω, όπως στην περίπτωση της επιλογής υποψηφίου ευρωβουλευτή, περιφερειάρχη, δημάρχου, περιφερειακού ή δημοτικού συμβούλου όπου ο ψηφοφόρος σταυρώνει ή δεν σταυρώνει κάποιον από τύχη ή κομματικές αγκυλώσεις και όχι για την αξία ή μη αξία του.

Όσο, λοιπόν, καλά και αν είναι κάποιος προετοιμασμένος, όταν το αποτέλεσμα δεν κρίνεται αποκλειστικά και μόνον από τον ίδιο, νιώθει πριν από την κρίσιμη στιγμή λίγο σαν τον τερματοφύλακα. Πρέπει όμως να νιώθουμε αυτή την αγωνία, όταν εμείς τουλάχιστον από την πλευρά μας έχουμε κάνει ό,τι κρίνουμε σωστό; Η απάντηση είναι κατηγορηματική. Όχι.

Πρέπει να διατηρούμε την ψυχραιμία μας (γιατί το άγχος είναι ο χειρότερος σύμβουλος), να αποτιμούμε την προσπάθειά μας με τρόπο αντικειμενικό για να μπορούμε να αξιολογούμε το δικό μας μερίδιο συνεισφοράς στην επιτυχία ή αποτυχία μας και πάνω από όλα να απολαμβάνουμε το «ταξίδι» μας μέχρι τη στιγμή της τελικής κρίσης και να μη φοβόμαστε «Λαιστρυγόνας, Κύκλωπας και τον θυμωμένο Ποσειδώνα». Να σταματούμε «σε εμπορεία φοινικικά», να αποκτούμε «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής», να πάμε σε «πόλεις Αιγυπτιακές πολλές» και να πλουτίσουμε με όσα κερδίσαμε στο δρόμο. Με τις γνώσεις μας, τις νέες γνωριμίες μας, τις εμπειρίες που αποκομίσαμε, τις στιγμές που ζήσαμε, την ικανοποίηση αλλά και τις απογοητεύσεις που μπορεί να νιώσαμε, την ομορφιά του αγώνα, ναι, χάρη σε όλα αυτά βγήκαμε σε κάθε περίπτωση κερδισμένοι. Ας μη ζούμε μόνο για τη στιγμή που θα φτάσουμε στην Ιθάκη. Ας μην προσδοκούμε μόνο το στόχο μας. Κι αν αυτός δεν επιτευχθεί ή αν τελικά τον βρούμε «πτωχικό», ένα να θυμόμαστε. Η Ιθάκη δεν μας γέλασε, γιατί «έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν».


[Το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη «Ιθάκη» αφιερώνεται σε όλους τους τελειοφοίτους Λυκείου που ετοιμάζονται για τις Πανελλαδικές]

Tuesday, April 30, 2019

Παναγιά μου...



Τι είναι τελικά πολιτική στάση;
Πού βρίσκεται το όριο;

Τον Απρίλη του 1976 διεξήχθη ο μουσικός διαγωνισμός Eurovision στη Χάγη της Ολλανδίας. Η Ελλάδα έλαβε μέρος με το τραγούδι «Παναγιά μου, Παναγιά μου» (ερμηνεία και σύνθεση: Μαρίζα Κωχ, στίχοι: Μαρίζα Κωχ-Μιχάλης Φωτιάδης). Μιλούσε για την τουρκική εισβολη στην Κύπρο. Το ΕΙΡΤ των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης επέλεξε να περάσει ένα μήνυμα βαθιά πολιτικό στέλνοντας το τραγούδι αυτό. Η ίδια η Κωχ εκμυστηρεύθηκε σε μια συνέντευξή της ότι εμφανίστηκε με αλεξίσφαιρο, μια και είχε δεχθεί απειλές από τους Γκρίζους Λύκους. Μάλιστα συνελήφθη από τις ολλανδικές αρχές Τούρκος ακροβολιστής που πιθανότατα να προσπαθούσε να σκοτώσει τη Μαρίζα Κωχ. Τότε οι Ολλανδοί διοργανωτές έβαλαν την ελληνική αποστολή να υπογράψει ένα χαρτί ότι η ερμηνεύτρια θα βγει στη σκηνή με δικό της ρίσκο. Η τουρκική τηλεόραση επέλεξε να μην προβάλει την ελληνική συμμετοχή, βάζοντας στη θέση της ένα τουρκικό εθνικιστικό τραγούδι, το «Memleketim» (Μητέρα γη).

 Τραγουδούσε τότε η Μαρίζα Κωχ:
 «Κάμπος γεμάτος πορτοκάλια, όι όι, μάνα μου! 
Που πέρα ως πέρα απλώνετ’ η ελιά 
Γύρω χρυσίζουν τ’ ακρογιάλια, όι όι, μάνα μου! 
Και σε θαμπώνει, θαμπώνει η αντηλιά 
Στον τόπο αυτό όταν θα πάτε, όι όι, μάνα μου! 
Σκηνές αν δείτε, αν δείτε στη σειρά 
Δε θα `ναι κάμπινγκ για τουρίστες, όι όι, μάνα μου! 
Θα `ναι μονάχα, μονάχα προσφυγιά 
Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!»

Όλες αυτές οι σκέψεις μού ήρθαν στο μυαλό με αφορμή την απάντηση που έδωσε η καλλιτέχνιδα Κατερίνα Ντούσκα στον Roger Waters των Pink Floyd ο οποίος της ζήτησε να μην τραγουδήσει στο Τελ Αβίβ στον τελικό της Eurovision 2019. «Are you the one? Ελπίζω..» με αυτά τα λόγια έκλεινε το βιντεάκι του ο κορυφαίος μουσικός. Και η απάντηση της εκπροσώπου μας στο διαγωνισμό ήταν η ακόλουθη:«Σαν Κατερίνα είμαι μουσικός, δεν είμαι πολιτικός, δεν μπορώ να μιλήσω για τις πράξεις καμιάς κυβέρνησης, κανενός κράτους».

Τα πάντα στη ζωή μας είναι πολιτική, Κατερίνα, από τα πιο μικρά έως τα πιο σημαντικά. Από το αν θα μαζέψουμε ένα αδέσποτο από τον δρόμο ή θα παραγγείλουμε από το εξωτερικό ένα καθαρόαιμο που το έχουν «δημιουργήσει» για να πουληθεί πληρώνοντάς το αδρά, αν θα ψωνίσουμε προϊόντα από τον μικρό παραγωγό ή από την πολυεθνική αλυσίδα, από το αν θα ανοίξουμε την πόρτα και την καρδιά μας σε αυτόν που έχει ανάγκη ή αν θα κλειδαμπαρωθούμε, από το αν θα υψώσουμε το ανάστημά μας στην αδικία ή αν θα σιωπήσουμε. Αν θα επιλέξουμε να μελετούμε για τις σπουδές μας ή να ενημερωνόμαστε και να έχουμε άποψη για το τι συμβαίνει στον κόσμο που ζούμε. Παραθέτω εδώ τη γνωστή δήλωση του τέως αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, γραμματέα της Ιεράς Συνόδου επί Χούντας: «Ομολογώ ότι δεν ήξερα πως γίνονταν βασανιστήρια, πως υπήρχε ΕΑΤ-ΕΣΑ… Στον κύκλο μου δεν είχα ακούσει τέτοια πράγματα, δεν άκουγα ξένους σταθμούς, εκ των υστέρων τα έμαθα. Θα πει κανείς ότι ήμουν βαθιά νυχτωμένος. Μπορεί γιατί εγώ τότε σπούδαζα». Ναι, πόσο πιστευτό αλήθεια... Επιλογή όμως. Συνειδητή.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «Ο άνθρωπος διαφέρει από όλα τα άλλα ζώα, γιατί μόνο αυτός είναι προικισμένος με λόγο, ο οποίος τον καθιστά ικανό να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο, το αγαθό από το κακό, το ωφέλιμο από το βλαβερό» (Πολιτικά, Α 1253).

 Κάθε επιλογή μας, λοιπόν, σηματοδοτεί κάτι.
Δίκαιο ή άδικο.
Αγαθό ή κακό.
Ωφέλιμο ή βλαβερό.
 Γιατί όλα είναι πολιτική...

 [Στο λινκ βίντεο  γυρισμένο στην καστροπολιτεία του Μυστρά με το τραγούδι της Μαρίζας Κωχ]

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στις 30 Απριλίου 2019 στο protagon.gr 

Sunday, April 21, 2019

«Την Πέμπτη ήμουν λεύτερος, την άλλη μέρα σκλάβος!»*


Από τη χούντα έχω λίγες μνήμες, περισσότερες οι λιγοστές αφηγήσεις των δικών μου. Τον θείο Β. που τον μπουζούριασαν, γιατί τόλμησε σε ένα ταβερνάκι να τραγουδήσει Θεοδωράκη, την μάνα μου που είχε από το χέρι τον τετράχρονο αδελφό μου και μένα μωρό έξι μηνών στην αγκαλιά την οποία συνόδευσε με το ζόρι ένας ένστολος μέσα στο παραβάν και της ετοίμασε το φάκελο με το ΝΑΙ στο στημένο δημοψήφισμα των συνταγματαρχών, τον πατέρα μου που εξαναγκάστηκε με όλους τους συναδέλφους του να πάνε σε κάποια από τις γελοίες φιέστες στο Καλλιμάρμαρο και η πράξη αντίστασής του ήταν να μην χειροκροτεί.

Θυμάμαι το όνομα του Σάκη (Καράγιωργα) να ακούγεται συνεχώς μέσα στο σπίτι και ο πατέρας μου να μιλά με θαυμασμό για τον φίλο των παιδικών του χρόνων από τον Πύργο.


Άνθρωποι προοδευτικοί οι γονείς μου, εγκλωβισμένοι όμως στην προσπάθειά τους να προστατέψουν τα παιδιά τους, έμειναν στην ουσία απαθείς, όπως η πλειοψηφία των πολιτών.
Πιο πολλές είναι οι μνήμες από τότε που ξεκίνησα Δημοτικό, δυο μήνες πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Το ραδιόφωνο που έπαιζε. Τα κλειστά παντζούρια. Την μάνα να κλαίει και να θέλει να πάει να βοηθήσει τα «παιδιά».

Θυμάμαι το πουλί.
Τα δημοτικά τραγούδια με τα κλαρίνα που ακούγονταν από το ραδιόφωνο.
Το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Τον δάσκαλο που έδερνε με μίσος τους κουμπούρες του σχολείου σε κοινή θέα στο προαύλιο.
Και μετά την εισβολή.
Το ξεπούλημα της Κύπρου.
Τον Κύπριο παππού να βρίζει τους «πουστοσυνταγματάρχες».
Την άφιξη του Αντρέα στο ανατολικό αεροδρόμιο.
Την ελπίδα που γεννιόταν στις στάχτες της Κύπρου.
Το κλάμα μέσα στο σπίτι, όταν σκοτώθηκε (δολοφονήθηκε;) ο Αλέκος Παναγούλης.


Οι γενιές που είχαν κάποιες μνήμες από τη μαύρη αυτή περίοδο σιγά σιγά βαδίζουν προς το τέλος. Σε λίγο θα φύγει και η δικιά μου γενιά, η τελευταία που έχει κάποια ψήγματα ανάμνησης από την μαύρη αυτή περίοδο.
Τα χρόνια της Δέσποινας, του γύψου, του τάματος, του τελικού «ν» σε όλες τις λέξεις ασχέτως κλίσης, της λογοκρισίας, των βασανιστηρίων, της Μπουμπουλίνας, της ΕΑΤ-ΕΣΑ, της Γυάρου και της Μακρονήσου.


Και ο φόβος ότι η λήθη θα ξαναοδηγήσει σε ατραπούς δύσκολες και ζοφερές έχει πάψει να είναι φόβος. Είναι δυστυχώς μια πραγματικότητα.


Είναι στο χέρι μας να αντιδράσουμε.


-->

* Ο τίτλος του άρθρου είναι στίχος του Μ. Θεοδωράκη (1967)

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 21/04/2019 στο reporter.gr